21o Συνέδριο AIDS (2009) Εγκυμοσύνη και HIV λοίμωξη

Συντονιστές: rainbow, nikos1967, bear

Κλειδωμένο
Άβαταρ μέλους
nikos1967
Δημοσιεύσεις: 7865
Εγγραφή: 15 Αύγ 2009, 11:25
Επικοινωνία:

21o Συνέδριο AIDS (2009) Εγκυμοσύνη και HIV λοίμωξη

Δημοσίευση από nikos1967 » 06 Ιούλ 2012, 19:57

Στρογγυλό τραπέζι:
Εγκυμοσύνη και HIV λοίμωξη



Προσέγγιση της HIV λοίμωξης στην εγκυμοσύνη
Ό. Κατσαρού


Τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερα παιδιά γεννιούνται στον κόσμο από HIV θετικές μητέρες. Η προσέγγιση και χειρισμός της HIV θετικής εγκύου, αφορά τόσο την πρόληψη της κάθετης μετάδοσης από τη μητέρα στο παιδί όσο και τη διασφάλιση της καλής υγείας της εγκύου κατά τη διάρκεια της κύ¬ησης αλλά και μετά τον τοκετό. Η εφαρμογή τα προηγούμενα χρόνια πολιτικών πρόληψης έχει ελαττώ¬σει την κάθετη μετάδοση σε ποσοστά <2%. Γυναίκες με υψηλό ιικό φορτίο και χαμηλά CD4 κατά τον τοκετό, καθώς και η πρόωρη ρήξη υμένων έχουν συσχετισθεί με αυξημένη πιθανότητα κάθετης μετά¬δοσης. Επομένως, το κλειδί για την ελάττωσή της είναι η όσο πιο έγκαιρη διάγνωση της HIV λοίμωξης και χορήγηση προφυλακτικής θεραπείας σε όλες τις HIV θετικές εγκύους ανεξάρτητα από την ανοσολο¬γική τους κατάσταση, με στόχο μη ανιχνεύσιμο φορτίο κατά την ώρα του τοκετού. Με βάση τελευταίες παρατηρήσεις αύξησης νεογνικών μολύνσεων λόγω ορομετατροπής των μητέρων κατά τη διάρκεια της κύησης, οι περισσότερες χώρες προσθέτουν στις κατευθυντήριες οδηγίες τους επανέλεγχο των εγκύων για HIV λοίμωξη στο τρίτο τρίμηνο, καθώς και tests γρήγορης ανίχνευσης αμέσως πριν τον το¬κετό. Για τις γυναίκες που δεν είχαν πάρει αντιρετροϊκή θεραπεία (ART) πριν την εγκυμοσύνη και η υγεία τους δεν απαιτεί την άμεση έναρξή της, συστήνεται βραχυχρόνια HAART που το αργότερο πρέπει να αρχίζει την 28η εβδομάδα κύησης και η οποία μπορεί να διακοπεί μετά τον τοκετό μετά επανεκτίμηση. Η ZDV πρέπει να συμπεριλαμβάνεται στο σχήμα HAART εκτός αντενδείξεων και όχι σαν μονοθεραπεία, ενώ το DDI και το D4T πρέπει να αποφεύγονται λόγω μιτοχονδριακής τοξικότητας. Όταν η υγεία της μητέρας απαιτεί τη χορήγηση ART, αυτή πρέπει να γίνεται άμεσα με τη διάγνωση της λοίμωξης ακόμα και το πρώτο τρίμηνο της κύησης. Για τις γυναίκες που έπαιρναν ήδη αποτελεσματική HAART κατά τη σύλληψη, συστήνεται η συνέχιση της ίδιας θεραπείας καθ’ όλη τη διάρκειά της (η χρήση του efavirenz πρέπει να αποφεύγεται, λόγω πιθανής τερατογένεσης). Κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, η έγκυος θα πρέπει να βρίσκεται σε στενή παρακολούθηση όσον αφορά την HIV λοίμωξη (ιικό φορτίο, επίπεδα CD4, αντοχή), για πιθανές λοιμώξεις του ουρογεννητικού συστήματος, καθώς και για πιθανή τοξικότητα από την ΑRT (παθολογική ανοχή γλυκόζης, μιτοχονδριακή τοξικότητα, ηπατοτοξικότητα). Ο τοκετός προ¬γραμματίζεται για την 38η εβδομάδα με καισαρική τομή οπωσδήποτε για τις γυναίκες με ανιχνεύσιμο ιικό φορτίο κατά την 34η-36η εβδομάδα, ενώ για τις γυναίκες με φορτίο <50 copies/ml θεωρείται ότι ο κίνδυνος για κάθετη μετάδοση κατά τον φυσιολογικό τοκετό δεν υπερκαλύπτει τους κινδύνους επιπλο¬κών από την καισαρική τομή. Η ενδοφλέβια χορήγηση ZDV κατά τη διάρκεια του τοκετού ελαττώνει ακόμα περισσότερο την πιθανότητα κάθετης μετάδοσης. Ο τοκετός σε επείγουσα βάση απαιτεί συνερ¬γασία του ειδικού για την HIV λοίμωξη, του γυναικολόγου και του παιδιάτρου έτσι ώστε να ληφθούν οι κατάλληλες για κάθε περίπτωση αποφάσεις χειρισμού. Σε όλες τις περιπτώσεις ο χειρισμός της εγκύου HIV θετικής γυναίκας πρέπει να είναι σφαιρικός για την ίδια και την οικογένειά της και να περιλαμβάνει εκτός της εξειδικευμένης ιατρικής φροντίδας από όλες τις ειδικότητες που εμπλέκον
και του περιφερειακού αίματος. Η μεταφορά του Nef γίνεται μέσω ενός γουανινο-εξαρτώμενου μονο¬πατιού στο οποίο περιλαμβάνεται η αμινοτελική περιοχή, ο κεντρικό πυρήνας και η καρβοξυτελική πε¬ριοχή του, περιοχές επαρκείς για να εξασφαλίσουν τη δραστικότητα του Nef στο κύτταρο στο οποίο μεταφέρεται. Η μεταφορά του Nef στα Β-κύτταρα καταλήγει σε μειωμένη δημιουργία, παραγωγή και δράση των ανοσοσφαιρινών IgG2 και ΙgA. Σαν αποτέλεσμα, ο HIV-1 εισβάλει στις βλεννογόνους περιο¬χές αποφεύγονταν την χυμική ανοσία και στη συνέχεια μολύνει τα Τ βοηθητικά κύτταρα.
Η διαπίστωση ότι το ανοσοποιητικό σύστημα των βλεννογόνων ιστών αποτελεί των πρωταρχικό στόχο του ιού ΗΙV κατά τα αρχικά στάδια της μόλυνσης, οδηγεί σε μια ριζική αλλαγή της εικόνας που υπάρχει για την παθοφυσιολογία του HIV και μπορεί να βοηθήσει στην ανάπτυξη νέων στρατηγικών για τη θεραπεία του ιού, για παράδειγμα με ανακάλυψη φαρμάκων που κατανέμονται καλύτερα στον ιστό του εντέρου και δημιουργία μηχανισμών με τους οποίους θα μπορεί να μειωθεί η ενεργοποίηση του ανοσοποιητικού συστήματος στους βλεννογόνους ιστούς.

Πρακτικά Συνεδρίου

Andreas

Κλειδωμένο